11. νηστεία: τὸ τέλος τῆς ἰδιοτέλειας

Τὸ κείμενο τοῦ "ἀποστόλου" τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς (Ρωμ.13:11-14:4), μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία εἰσάγει τὴν ἀσκητικὴ περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, εἶναι ἀρκετὰ γνωστό, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὰ τετριμμένο ἑρμηνευτικά, ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ καὶ συχνὰ ἠθικιστικὴ χρήση του. Ὅμως πρόκειται γιὰ ἀπόσπασμα μὲ μεγάλη μεσσιανικὴ δυναμικὴ καὶ μὲ θέση κλειδί στὴν πιὸ πολιτικὴ ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου. (Γιὰ τὴν συνάφεια τοῦ 13ου κεφ. τῆς Πρὸς Ρωμαίους εἶναι δύσκολο νὰ ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ, ἀλλὰ τὸ χρωστᾶμε σὲ ἄλλη εὐκαιρία.)

Τὸ ἀπόσπασμα εἰσάγεται μὲ μιὰ δήλωση, ποὺ ἡ σημασία της εἶναι συγκεκαλυμμένη (ὅπως συχνὰ συμβαίνει σὲ τόσο δυνατὰ κείμενα τοῦ Παύλου):
(13:) 11 Καὶ αὐτὸ [ποὺ σᾶς εἶπα μόλις τώρα (ἀναφέρεται στὴν συνάφεια ποὺ προηγήθηκε καὶ θὰ ἐξετάσουμε σὲ λίγο) νὰ τὸ πάρετε πολὺ σοβαρά,] καθὼς ἔχετε ἐπίγνωση τῶν καιρῶν ποὺ ζοῦμε· ὅτι εἶναι ὥρα νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο μας, γιατὶ τώρα εἴμαστε πιὸ κοντά, ἀπὸ ὅτι ποτὲ ἐλπίζαμε, στὴν σωτηρία μας. 12 Ἡ νύχτα τελειώνει, ἡ μέρα σιμώνει. Νὰ ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ νὰ ἁρματωθοῦμε τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. [...] 14 ...καὶ μὴν ἀσχολιέστε ἄλλο μὲ τὶς ἰδιοτελεῖς ἐπιθυμίες.
Ἡ δήλωση τοῦ Παύλου εἶναι διαίτερα ἐντυπωσιακὴ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκληφθῆ ἐπιπόλαια, οὔτε σὰν ἀπειλητικὴ προφητεία (ὁ Παῦλος δὲν εἶναι βέβαια ἕνας ἀνόητος ψευδοπροφήτης κακῶν, ποὺ προσπαθεῖ νὰ "ψαρώση" τοὺς ἀκροατές του καὶ νὰ τοὺς "πιάση στὸ φιλότιμο") οὔτε σὰν σχῆμα λόγου. Γιατί λοιπὸν λέει νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύαμεν;
Ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας τῆς τελικῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀρχῆς τῶν Ἐσχάτων ἔχει αὐστηρὰ ἀποκλεισθεῖ στὴν Γραφὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ φτάνει στὴν ἐξωφρενικὴ ὁμολογία (Μθ.24:36) ὅτι οὔτε ὁ ἴδιος δὲν γνωρίζει τὸν χρόνο της, παρὰ μόνο ὁ Πατέρας του. Προφανῶς αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος θέλει "νὰ μᾶς κάνει ἔκπληξη" ἢ "νὰ μᾶς πιάση στὰ πράσα". Ἡ ἀπροσδιοριστία τῆς ἱστορικῆς στιγμῆς τοῦ τέλους τῆς Ἱστορίας, πολὺ περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἡθικὴ σκοπιμότητα, ἔχει ἕνα κρίσιμο σημαινόμενο:
Ἡ ἱστορία τελειώνει, ὄχι ὑπακούοντας σὲ κάποια ἐσωτερική της ἀναγκαιότητα (ὅταν "φάη τὰ ψωμιά της"), ἀλλὰ σὰν ἀποτέλεσμα τῆς ἐλεύθερης καὶ οὐσιαστικῆς (κατὰ τὴν οὐσία, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν δημιουργικὴ δύναμη) θέλησης τοῦ Θεοῦ.
Μόνο τοῦ Θεοῦ; Ἴσως ὁ Παῦλος ἐδῶ νὰ ὑποπτεύεται, καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Γυρνῶ λοιπὸν στὸ ἀπόσπασμα.
Ὁ Παῦλος, ποὺ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸν παραπάνω ἀποκλεισμὸ τῆς γνώσης τοῦ χρόνου τῶν Ἐσχάτων, τολμᾶ νὰ μιλᾶ γιὰ ἐγγύτητα, χωρὶς νὰ φοβᾶται μὴν βγῆ ψεύτης. Προφανέστατα, γιατὶ ἡ ἐγγύτητα τοῦ ἀποσπάσματος δὲν εἶναι χρονικὴ ἐγγύτητα, ἀλλὰ κάτι ἄλλο. Τὸ λέει τὸ ἴδιο τὸ ἀπόσπασμα: ἐγγύτερον ἡμῶν. Ἡ ἐγγύτητα τῶν Ἐσχάτων, εἶναι ἐγγύτητα ὑπαρξιακή· ἐγγύτητα μεγαλύτερη ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Στὸ ἀπόσπασμα δηλώνεται σαφέστατα ὅτι τὰ Ἔσχατα εἶναι προσωπικὴ εὐθύνη, ποὺ βρίσκεται πέραν τῆς ἱστορίας (σὰν τέλος), ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῆς ἱστορίας (σὰν παρόν).
Τὸ ἐντὸς τῆς ἱστορίας δὲν ἐξαντλεῖται στὴν κριτικὴ της (εἰδότες τὸν καιρὸν καὶ ἡ νὺξ προέκοψεν), ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ τὴν κρίση της (ἀποθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους), δηλαδή, τὸ τέλος της. (Μὲ αὐτὴν τὴν ἀνάγνωση, πιστεύω ὅτι ὁ Παῦλος, πιστὸς στὸ "ἀντινομικό" πρόγραμμα του, ἴσως ὑποπτευόταν τὴν συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἔλευση τῶν Ἐσχάτων.)

Τί σημαίνει, λοιπόν, γιὰ τὸν Παῦλο (ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ διαβάζει τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα αὐτὴν τὴν ἡμέρα) τὸ κάλεσμά του ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός;
Τὴν ἀπάντηση τὴν δίνει ἀμέσως: ἐνδύσασθε τὸν κύριον Ἰησοῦν Χριστόν (13:14). Καὶ αὐτὸ τὸ ἐνδύσασθε δὲν τὸ ἀφήνει ἀσυνόδευτο στὴν ἑρμηνευτικὴ αὐθαιρεσία τοῦ ἀκροατή. Τὸ ἔχει ἤδη σαφέστατα διατυπώσει στὴν εἰσαγωγικὴ συνάφεια τοῦ ἀποσπάσματος: Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀλλήλους ἀγαπᾶν (13:8). Καὶ τὸ κάνει πιὸ "λιανὰ" στὴν συνέχεια: οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἑαυτῷ ζῇ καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει (14:7).
Πιὸ σαφὲς δὲν γίνεται:
Ἰδιοτέλεια = νύχτα & σκότος = ὁ ἱστορικὸς Κόσμος & ὁ Νόμος του.
Ἀγάπη τοῦ ἄλλου & ζωὴ μέσα ἀπὸ τὸν ἄλλον = φῶς & ἡμέρα = τὰ Ἔσχατα τώρα

Σὲ αὐτὸ τὸ νοηματικὸ πλαίσιο τίθεται καὶ ἡ νηστεία. Σὲ αὐτὸ τὸ νοηματικὸ πλαίσιο ἡ νηστεία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ἰδιωτικὴ ἀσκητικὴ γυμναστική, πράγμα που τὸ ἔχει ἀποκλείσει κι ἀλλοῦ (1Τιμ.4:8). Ἡ νηστεία, σὲ αὐτὸ τὸ νοηματικὸ πλαίσιο, μπορεῖ νὰ γίνη κατανοητὴ μόνο σὰν πράξη ἄρνησης καὶ ἀκύρωσης τοῦ Κόσμου, δηλαδὴ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἰδιοτέλειας, τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Παρόντος Αἰῶνος. Ὅταν ἡ νηστεία γίνεται στοιχεῖο πολιτισμοῦ, ἔργο ποὺ ταυτίζει τὸν δράστη της μὲ ἕναν πολιτισμό, τότε δὲν εἶναι νηστεία... Ἔκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ νοὶ πληροφορείσθω (14:5). Ὁ Παῦλος μᾶς καλεῖ (καὶ μαζί του ἡ ζωντανὴ Ἐκκλησία) νὰ κάνουμε τὰ Ἔσχατα παρόν. Νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν πολιτισμὸ τῆς ἰδιοτέλειας (δηλαδὴ κάθε πολιτισμό) μὲ τὴν ὁμοίωση μὲ τὸν Χριστό: ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ κυρίου ἐσμέν (14:8).

κλήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἔλευση τῶν Ἐσχάτων τώρα στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ὁ Παῦλος τὴν διερμηνεύει καὶ τὴν ἀναδιατυπώνει, εἶναι ἀπόλυτη καὶ δὲν χωρεῖ στρογγυλέματα καὶ πατριωτικὲς "κόνξες". Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀφήση ὁ Ἀπόστολος καμμιὰ ἀμφιβολία, κλείνει τὴν διαπραγμάτευσή του ἔτσι:
(14:) 11 Ζῶ γώ, λέγει κύριος, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται τῷ θεῷ. 12 ἄρα οὖν ἕκαστος ἡμῶν περὶ ἑαυτοῦ λόγον δώσει.

Σημ.1: Εἶναι χρήσιμο νὰ θυμόμαστε ὅτι στὰ χρόνια ποὺ γράφτηκε αὐτὴ ἡ ἐπιστολή, καὶ στὸ περιβάλλον των παραληπτῶν της, ἡ κρεωφαγία ἦταν συνδεδεμένη μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ λατρεία· ὅπως ἐπίσης και ὅτι ἡ λέξη σωτηρία (13:11) δὲν εἶχε θρησκευτικὴ σημασία, ὅπως σήμερα, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ πολιτική.
Σημ.2: Παραμένει (ἂν ὄχι, γίνεται ἐνοχλητικώτερο) τὸ "σκάνδαλο" τῶν στίχων 13:1-7, καὶ καλὸ εἶναι τώρα πού, μὲ αὐτὴν τὴν ἀνάρτηση, εἶναι ζεστὸ τὸ σίδερο, νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω. Μακάρι ὁ Κύριος νὰ μοῦ δώση τὴν εὐκαιρία, σύντομα.    
 
  

 

10. + ἡ ὁδὸς τοῦ σταυροῦ

τῆς Σταυροπροσκύνησης αὔριο και θυμήθηκα μιὰ σχετικὴ ὁμιλία τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅπου ἀναφέρεται στὸν σταυρὸ τοῦ Ἀβραάμ: τὴν ὑπακοὴ τῆς ἀποταγῆς του ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἀσφάλεια τῆς πατρικῆς γῆς καὶ περιουσίας· σὰν προτύπωση βέβαια τῆς κένωσης τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ σὰν ὑπόδειγμα τοῦ σταυρικοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ χριστιανοῦ.

σκέφτομαι ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ (=διαφωτιστική) ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος ποὺ συνοδεύει αὐτὴν τὴν ἰστορικὴ ἀποταγή: ὁ Ἀβράμ γίνεται Ἀβραάμ. Ἀβράμ σημαίνει "ἡγέτης πολλῶν". Ἀβραάμ σημαίνει "πατέρας πολλῶν".
μὲ μιὰ λέξη, ὁ σταυρὸς τοῦ προπάτορα συνίσταται στὴν ἀποταγὴ τῆς ἐξουσίας-κυριαρχίας του καὶ στὴν ἀνάληψη τῆς εὐθύνης τῆς πατρότητας.
ἡ μὲν ἐξουσία του ἦταν συνδεδεμένη μὲ τὴν κληρονομική του σχέση μὲ τὴν γὴ τοῦ πατέρα του (ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὄνομά του, Θάρα, μεταφράζεται σὰν "γεροηλίθιος" καὶ σὰν "ἰδιοτελής", μεταξὺ ἄλλων),
ἡ δὲ  πατρότητά του (ἀφνειὴ γονιμότητα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν στείρα πατρικὴ ἰδιοκτησία του) συνδέθηκε μὲ τὴν ἰσόβια ἀνεστιότητα (μόνη του ἰδιοκτησία-τοπικότητα ὁ τάφος του στὴν Χεβρώνα).

ἂν πάρουμε σοβαρὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Παλαμᾶ -καὶ δὲν ἔχω κανέναν λόγο νὰ μὴν τὸ κάνω- ὁ σταυρὸς ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ ἀναλάβουμε, ὥστε νὰ γίνουμε ὁμώνυμοί του, εἶναι ἡ ρνηση κάθε προσωπικῆς μας ἐξουσίας, ἡ ἀποταγὴ ἀπὸ κάθε κυριαρχικὴ σχέση, κάθε τοπικότητα, κάθε ἰθαγένεια. (ἐναλλακτικά, μποροῦμε νὰ συνεχίσουμε νὰ τὸν μνημονεύουμε τελετουργικά, ἐνόσω παραμένουμε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θάρα.)

9. Ἰω.8:44

ἀπευθυνόμενος ὁ Ἰησοῦς στοῦς πολιτικο-θρησκευτικοὺς ἡγέτες, τοῦς εἶπε: "ἐσεῖς κατάγεστε ἀπὸ τὸν πατέρα σας τὸν διάβολο καὶ ἡ θέλησή σας εἶναι ταυτισμένη μὲ τὶς ἐπιθυμίες του. αὐτὸς ἦταν φονιᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ [τῆς ἱστορίας] καὶ [ποτὲ] δὲν στάθηκε στὴν ἀλήθεια, γιατὶ σὲ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀληθινό· ὅταν ψεύδεται ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ψεύτης ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ [μάλιστα] πατέρας τοῦ ψεύδους." (Ἰω.8:44)
...  

Ἀρχὴ καὶ τέλος κάθε ἱστορικῆς βίας εἶναι ἡ κοινωνικὴ ἱεραρχία: ἡ παγιωμένη πεποίθηση ὅτι κάποιοι εἶναι φύσει καὶ θέσει πάνω ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους. ἡ εἰδικὴ αὐτὴ συνείδηση ὄχι μόνο ἐπιτρέπει στοῦς φορεὶς της νὰ ἀσκοῦν βία χωρὶς ὅριο (καὶ ἔσχατο ὅριο εἶναι ὁ θάνατος) πάνω στοῦς παρακατιανούς, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιβάλλει τὴν βία σὰν ἀναγκαῖο ὅρο διαρκοῦς ἐπαναβεβαίωσης τῆς ἀνωτερότητάς τους. σὲ αὐτὸν τὸν φαῦλο κύκλο τοῦ ἐλιτισμοῦ τῆς βίας, ὁ πλοῦτος  καὶ ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι παρὰ ἐργαλεῖα καὶ ἀθύρματα καὶ σκηνώματα ὅσων ἔχουν τάξει ἑαυτοὺς στὴν χορεία τῶν ἐλίτ. στὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς ἀνθρωποκτόνου συνείδησης βρίσκεται πάντα τὸ θεμελιῶδες ψεῦδος τῆς Πτώσης: Μπορεῖς νὰ εἶσαι στὴν κορυφὴ τοῦ κόσμου ἂν ὑπερβῆς τὴν φύση σου· κι αὐτὸ ἀπαιτεῖ μόνον ἕνα πράγμα: τὴν θέληση σου νὰ εἶσαι "ὡς θεός" (βλ. Γέν.3:6)

Αὐτὸ τὸ θεμελιῶδες ψεῦδος εἶναι ριζωμένο στὴ καρδιὰ κάθε κυριάρχη, κάθε πλουτοκράτη, κάθε πιστοῦ δούλου τοῦ Ἀρχοντα τοῦ Αἰῶνος τούτου, ποὺ "ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπὸ ἀρχῆς [...] ὅτι ψεύστης ἐστὶν καὶ ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους." τὸ ψεῦδος βρίσκεται στὴν ἄρνηση τῆς φύσης του ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. (γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπέρβαση: μιὰ ἄρνηση). αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ἀνθρωποκτονία, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀπανθρωπίζεται καὶ εἰσέρχεται στὴν ἀνθρωποκτόνα τάξη τῶν ἐλίτ: ἡ δολοφονία τοῦ ἴδιου του τοῦ ἑαυτοῦ σὰν αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου, χάριν τῆς φαντασίας ἑνὸς ψευδοθεοῦ. μετὰ ἀπὸ αὐτό, κάθε ἄλλο ἔγκλημα εἶναι ἀνιαρὰ εὔκολο καὶ ἀναγκαῖο. εὔκολο, ὄχι μόνον γιατὶ οἱ παρακατιανοὶ εἶναι κάτι "ἄλλο", ἀλλὰ καὶ γιατὶ τοὺς μισοῦν γιὰ ὅ,τι εἶναι, ἐνῶ αὐτοί, οἱ ἐλίτ, τὄχουν ἀρνηθεῖ. ἀναγκαῖο, γιατὶ τὸ ἰδωτικὸ ψεῦδος εἶναι ἕνα ἅρρωστο παράσιτο ποὺ χρειάζεται νὰ τὸ ποτίζης συνεχῶς μὲ αἷμα γιὰ νὰ μὴν διαλυθῆ στὸ σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας του· χρειάζεται νὰ ἐπιβεβαιώνεται διαρκῶς σὰν θάνατος (σὰν ἐναντίωση τῆς φύσης).

...
δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ δαιμονικὸ κι ἀντίχριστο καὶ ἀφύσικο ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς κυριαρχίας. καὶ ὅσοι σταυροφόροι ἢ σταυρόσχημοι ὑπηρετοῦν τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἱεραρχικὴ διάκριση τῶν ἀνθρώπων, λόγω ἢ ἔργω, φέρουν τὸν σταυρὸ σὰν σύμβολο τοῦ ἐπαγγέλματός τους: αὐτὸ τοῦ σταυρωτῆ.   
  

8. τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ (Ἰω.4:1-42)

ὁ πολιτισμός, ὁ μηχανισμὸς τῆς διηνεκοῦς διάκρισης, τοῦ ἀέναου πολέμου τῆς ἐτερότητας [στ.9 & 20], στέκεται πάντα πάνω σὲ μνημεῖα [στ.12 & 20]. μνημεῖα ποὺ δίνουν νόημα καὶ λόγο στὴν ἑνότητα τῆς ὁμάδας σὰν ἀπολύτως ἄλλης ἀπέναντι στὶς ἄλλες ὁμάδες, ἀπέναντι στὰ ἄλλα συλλογικὰ νοήματα.
ὁ Ἰησοὺς προτείνει στὴν ἀκροάτριά του τὴν ζωὴ στὴν πληρότητά της [στ.10], καὶ τὸ κάνει ζητῶντας της νὰ ἀφήση πίσω της κάθε πολιτισμό [στ.21 & 23], κάθε βεβαιότητα ἀνακυκλώμενης τάξης [στ.13]. 
δὲν προτείνει μιὰν νέα τάξη, ἕναν νέον πολιτισμό, οὔτε, πολὺ περισσότερο, μιὰν βελτιωμένη ἔκδοση τοῦ πολιτισμοῦ: προτείνει τὸν ἑαυτό του [στ.26]. κι αὐτὸν δὲν τὸν συναντᾶ κανεὶς στὸν κόσμο τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ στὴν βαθειὰ καρδιά [στ.23-4]. ἄλλωστε κι ἡ ἀκροάτριά του δέχεται τὸν λόγο του γιατὶ τῆς ἀποκάλυψε ὅτι μοιραζότανε μαζί της τὴν ἐσωτερικὴ ζωή της [στ.29] κι ὄχι γιατὶ προσηλυτίσθηκε σὲ μιὰν κάποια βελτιωμένη πολιτιστικὴ-θρησκευτικὴ πρόταση.

...
δικαιούμαστε (...) νὰ ποῦμε ὅτι ἂν εἶναι ἔτσι, τότε ὁ πολιτισμὸς ὄχι μόνον εἶναι ξένος πρὸς τὸν Σαρκωμένο Λόγο (δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἀναφέρεται μόνο στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη, ποὺ γράφτηκε καὶ ἐκφράζει τὴν παύλεια μικρασιατικὴ παράδοση), ἀλλὰ καὶ ἐμπόδιο στὴν ἐλευθερία τῆς μετοχῆς τῆς αὐθεντικῆς ζωῆς ποὺ μᾶς προτείνει. 
   

7. γιὰ τὴν συνοδικότητα

Ὑπάρχει μιὰ σταθερὴ στὸν χρόνο πεποίθηση μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, καὶ μάλιστα μεταξὺ τῶν πιὸ τίμιων καὶ καλοπροαίρετων ἀπὸ αὐτούς, ὅτι μιὰ Σύνοδος ἐκφράζει τὴν αὐθεντικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας· ὅτι εἶναι ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἴδιου σὲ τελικὴ ἀνάλυση. αὐτὴ ἡ πεποίθηση μεταφράζεται στὶς συνειδήσεις τῶν φορέων της μὲ δυὸ συμπληρωματικοὺς τρόπους: (α) ὅτι ἡ Σύνοδος σὰν τέτοια ἐλκύει τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος καὶ μιλᾶ φωτισμένη ἀπὸ αὐτήν, καὶ/ἢ (β) ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται νὰ ἐπευλογήση τὴν ἀπόφασή της ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι συνοδικὴ καὶ ὄχι ἰδιωτική. γιὰ τὰ θεολογικὰ καὶ ἁπλῶς λογικὰ προβλήματα τῆς δεύτερης ἄποψης, πιστεύω, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ποῦμε πολλά. ὅμως θέλω νὰ ἐπιμείνουμε λίγο στὴν πρώτη καὶ πιὸ διαδεδομένη ἑρμηνεία τῆς συνοδικότητας.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς λέει “οὗ γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσω αὐτῶν.” [Μθ.18:20] δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται ἐδῶ νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Κύριος δὲν μιλᾶ ἁπλῶς γιὰ μιὰ σύναξη ἀλλὰ γιὰ μιὰ σύναξη στὸ ὄνομά του. αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ τὸ δοῦμε λίγο πιὸ προσεκτικά.
Ἡ ἀναφορὰ τῶν συναγμένων στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ψιλὴ ἀναφορά, μιὰ τελετουργικὴ πράξη πρωτοκόλλου νομιμοποίησης. κι αὐτὸ ὄχι γιατὶ τὸ λέω ἐγώ, ἢ γιατὶ ἔτσι μᾶς ἐπιβάλλει ἡ φιλοτιμία μας, ἀλλὰ πολὺ ἁπλὰ γιατὶ ὁ ἴδιος ἔχει φροντίσει νὰ μᾶς κάνη καθαρὸ τί ἀκριβῶς εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ κι αὐτὸ τὸ ὄνομα (τὸ ὑπὲρ πὰν ὄνομα)· δηλαδὴ οἱ προϋποθέσεις τῆς παρουσίας-συμμετοχῆς του στὴν σύναξή μας: “Ἐάν τις ἀγαπᾶ με τὸν λόγο μου τηρήσει, καὶ ὁ πατὴρ μου ἀγαπήσει αὐτὸν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιησόμεθα.” [Ιω.14:23] μ’ ἄλλα λόγια, δὲν νοεῖται ἡ παρουσία του στὴν σύναξη——ἄρα δὲν νομιμοποιεῖται ἡ σύναξη νὰ μιλᾶ ὡς ἐκ προσώπου του——ἂν δὲν ἔχει ἤδη ἡ σύναξη κάνει πράξη τὸ θέλημά του. ποιὸ εἶναι αὐτό; τὄχει κατ’ ἐπανάληψη ἀποκαλύψει· νὰ τὸν ἀγαπήσης μὲ ὅλο σου τὸ εἶναι καὶ νὰ δεχτῆς τὸν κάθε ἄλλον ἄνθρωπο σὰν ἀληθινό σου εἶναι. [Μκ.12:30-1] νὰ τὸ πῶ ἀλλιώτικα· ἠ Σύνοδος εἶναι Σύνοδος αὐθεντικὴ τῆς Ἐκκλησίας ὅταν ἤδη τὰ μέλη της συν-οδεύουν, συνοδοιποροῦν, τὴν μοναδικὴ Ὁδό [Ιω.14:6]. ἡ Σύνοδος δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν ἑνότητα· ἔρχεται νὰ φανερώση, νὰ διακηρύξη, τὴν ἤδη ὑπαρκτὴ ἑνότητα στὸ πρόσωπο καὶ στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὴν τὴν ἑνότητα νὰ τὴν διερμηνεύση σὰν ἀπάντηση στὴν ἀπορία τοῦ Λαοῦ τοῦ ζευγμένου στὸ σκοτάδι τῆς ἱστορίας καὶ στὴν σκιὰ τοῦ νόμου [Λκ.1:79 & Ἑβρ.10:1].

Κι ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τέλος οἱ ἀπόπειρες νὰ ἐκφράσουμε τί ἀληθινὰ εἶναι μιὰ Σύνοδος, θὰ προσπαθήσω συνοπτικὰ νὰ πῶ
τί δὲν εἶναι, ἢ, τί δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ Σύνοδος γιὰ νὰ εἶναι Σύνοδος αὐθεντική (σύμφωνα πάντα μὲ ὅσα παραπάνω διατυπώσαμε μὲ βάση τὰ κυριακὰ λόγια). ἔτσι, λοιπόν, μιὰ Σύνοδος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι
(α) περιστασιακή——συνοδικότητα, ὅπως ἐπικράτησε νὰ ὀνομάζεται ἡ ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐκφράζεται αὐθεντικὰ μέσω τῶν Συνόδων, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐκφράζει μιὰν ἔκτακτη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα διοικητικὸ ἐργαλεῖο, ἀλλὰ συστατικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ζωῆς της ποὺ διαπερνᾶ ὅλες τὶς ἐπιμέρους ἐκφάνσεις της σὲ ὅλην τὴν διάρκειά της καὶ πού, σὰν τέτοιο, “προηγεῖται” τοῦ ὅποιου συνοδικοῦ γεγονότος——,
(β) διαλεκτική——σὰν φυσικὸ ἐπακόλουθο τοῦ παραπάνω, ἡ Σύνοδος καὶ οἱ ἀποφάσεις της δὲν μποροῦν νὰ νοηθοῦν σὰν ἕνα κοινοβουλευτικὸ γεγονός, οὔτε ποσοτικὰ οὔτε ποιοτικά, γιατὶ δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν συμφωνία, ἢ ἔστω στὴν σύνθεση, ἐπιμέρους θελήσεων, ἀλλὰ στὴν ὁμολογία τῆς ἔμπρακτης συμφωνίας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας μὲ τὴν θέληση-βουλή τοῦ Λόγου τοῦ Πατρός——,
(γ) ἱεραχικὴ καὶ τεχνική——τὸ κριτήριο τῆς αὐθεντικότητας τῶν μελῶν τῆς Συνόδου δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε ἡ θέση οὔτε ἡ γνώση, ἀλλὰ ἡ κοινὰ ὁμολογημένη αὐθεντικὴ συνοδία [βλ.Μθ.6:24] μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ αὐθεντικὴ ἐκπροσώπηση τῆς ὅλης συνοδεύουσας Ἑκκλησίας, πέρα καὶ πάνω ἀπὸ ὅποιαν ἐπικαιρικὴ διαμόρφωση δομῶν διοίκησης——,
(δ) νομοθετική——ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Σαρκωμένου Λόγου [βλ.Ρωμ.1:5,6 & Ιω.14:12] ποὺ εἶναι καὶ ἡ μόνη αὐθεντικὴ πηγὴ αὐθεντικῆς ἑνότητας [Ιω.15:12] δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτραπῆ σὲ νόμο χωρὶς νὰ καταλύση τὴν ἑνότητα [βλ.Γαλ.5], δηλαδὴ, νὰ αὐτοακυρωθῆ——.

Κλείνοντας, θέλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι, σύμφωνα μὲ ὅσα εἰπώθηκαν μέχρις ἐδῶ, ἡ εὐθύνη τῆς συνοδικότητας ἀφορᾶ πρῶτα καὶ τελευταῖα τὸν Λαὸ τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ σὲ αὐτὸν ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς τὸ κάλεσμα σὲ ἑνότητα ὑπακοῆς πίστεως καὶ ὄχι σὲ μιὰ κλειστὴ ὁμάδα εἰδικῶν τῆς χάριτος. ἀποτελεῖ πνευματικὴ τεμπελιὰ (=προδοσία) νὰ πέριμένη ὁ Λαὸς τὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμὸ τῆς σύναξης μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ελιτ νὰ τοῦ προσφέρη ἔτοιμο φαγάκι νὰ πορευθῆ στὴν καθημερινή του θρησκευτική ἐπιβίωση. θυμίζω ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἔκανε γνωστὸ τὸ Πνεῦμα σὰν Παράκλητο [Ιω.14:16-7], σὰν παρηγοριὰ δηλαδὴ καὶ στήριγμα καὶ ὄχι σὰν παιδονόμο. ἐπίσης θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ χωρίο τῆς Γραφῆς ὅπου περιγράφεται ὁ χαρακτήρας τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος διαβάζουμε [Ρωμ.1:11-2] ὅτι αὐτὴ συνίσταται στὴν ἀμοιβαία παρηγοριὰ τῶν ἀδελφῶν μέσω τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀμοιβαίας τους πίστης. αὐτὴ εἶναι ἡ συνοδικότητα.

6. σχόλιο στὴν Κυριακὴ τῆς Κρίσεως (Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω)

Πολλοὶ καλοπροαίρετοι θεολόγοι ἐπισημαίνουν ὅτι τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, τὸ μόνο ὅπου ὁ Ἰησοὺς μιλᾶ τόσο ξεκάθαρα γιὰ τὴν Τελικὴ Κρίση, εἶναι ἕνα εὐαγγέλιο ποὺ ἀναδεικνύει τὴν ἔμπρακτη προσωπικὴ ἠθικὴ εὐθύνη τῆς ἀγάπης βάζοντας στὸ περιθώριο τῆς αἰωνιότητας τὴν ἀφηρημένη θρησκευτικότητα. καλῶς. εἶναι κι αὐτὴ μιὰ τίμια συνειδησιακὴ στάση——καὶ ἀρκετὰ τολμηρὴ θἄλεγα, ἀφοῦ τολμᾶ νὰ ἀναδείξη τὴν ὑποκρισία τῆς θρησκευτικῆς ἠθικῆς ἐνώπιον τοῦ θρησκευόμενου κοινοῦ τῶν ἀκροατῶν τους. ὅμως θὰ μοῦ συγχωρήσουν νὰ πῶ ὅτι ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι λειψή, ἂν ὄχι παραπλανητική, τουλάχιστον κρινόμενη κατὰ τὸ ἀποτέλεσμά της. θὰ προσπαθήσω ἀμέσως νὰ δείξω γιατί.

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀπόσπασμα λέει ἐπὶ λέξει (καὶ μάλιστα δύο φόρες σὲ ἀντιστικτικὴ ἐπανάληψη):


ἐφ’ ὅσον [οὐκ] ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, [οὐδὲ] ἐμοὶ ἐποιήσατε. [Μθ.25:40&45]


ἂν μετὰ τῶν ἐλαχίστων εἶχε μπεῖ ἡ τελεία τὰ πράγματα θὰ ἦταν σχετικὰ ἁπλὰ καὶ θὰ δικαιωνόταν ἡ παραπάνω θεολογικὴ ἀνάγνωση. ὅμως αὐτὸ τὸ ἐμοὶ ἐποιήσατε ἀλλάζει τὰ πάντα. ὁ Ἰησοὺς δὲν καλεῖ νὰ ἀντικατασταθῆ ὁ θρησκευτικὸς-νομικὸς πολιτισμὸς ἀπὸ ἕναν ἀγαπησιάρικο ἀνθρωπιστικὸ πολιτισμὸ τῆς ἀλληλοβοήθειας, ἕναν καλύτερο πολιτισμό, μιὰν Πολιτεία τοῦ Θεοῦ. ὁ Ἰησοὺς ἀντίθετα ζητᾶ νὰ ἀσχοληθοῦμε μαζί του, νὰ τὸν περιθάλψουμε, νὰ τὸν κάνουμε μοναδική μας μέριμνα. δὲν ζητᾶ τάξη (μιὰ ψυχοπονιάρικη καὶ “δίκαιη” βέβαια τάξη)· ζητᾶ ἀποκλειστικότητα, ζητᾶ τὸ δίκιο τοῦ ἐρωτευμένου: μὲ μένα θέλω νὰ ἀσχολῆσαι ὅλην τὴν ὥρα. κι ὁ ἐρωτευμένος εἶναι πάντα “ἄδικος”· δὲν ἀναγνωρίζει στὸν ἄλλο οὔτε ἠθικὴ ἀκεραιότητα, οὔτε καλὲς προθέσεις, οὔτε θρησκευτικὴ ἢ κοινωνικὴ εὐπρέπεια· ἀναγνωρίζει καὶ δικαιώνει μόνο ἕνα πράγμα: ἀνταπόκριση. σὲ μιὰ τέτοια κρίση δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ κανένα πολιτισμικὸ παράδειγμα, κανένας Νόμος καὶ καμμιὰ Τάξη. κι αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ λογικὴ ἀνωμαλία τοῦ συγκεκριμένου εὐαγγελικοῦ χωρίου· συνεχῶς ὁ Ἰησοὺς τὸ φανερώνει μὲ διάφορους τρόπους σὲ ὅλην του τὴν πορεία μέχρι τὸν Σταυρό. θυμίζω τὴν ἀπαίτησή του στὸν νεαρὸ νομικὸ νὰ ἐγκαταλείψη ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα (πὰ' νὰ πῆ ὅλην τὴν τακτοποιημένη του ζωὴ) καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήση (στὸ πουθενά;), μὲ τὴν παρότρυνση νὰ ἀφήση τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς νεκρούς τους. αὐτὴ εἶναι ἡ τελεσίδικη κρίση τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸν πολιτισμό: ἕνας κόσμος νεκρῶν ποὺ διευθετοῦν τὴν νέκρωσή τους!

Γιὰ τοῦτο, ἂν καὶ τὸ “ἠθικὸ μήνυμα” τοῦ εὐαγγελίου ἔβρισκε πάντα πρόθυμα αὐτιὰ νὰ τὸ ἀκούσουν, ἐλάχιστοι (καὶ μάλιστα μεταξὺ τῶν “χριστιανῶν”) κάνουν τὸν Χριστὸ ἀναφορὰ στὴν ζωή τους. γιὰ τοῦτο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοὺς προειδοποιεῖ ὅσους θὰ τὸν ἀκολουθήσουν ὅτι ὁ Κόσμος θὰ τοὺς μισήση, μόνο καὶ μόνο γιατὶ τὸν ἀκολουθοῦν, χωρὶς κανένα ἄλλο ἔγκλημα. γιατὶ ὁ Ἰησοὺς κρίνει τὸν Κόσμο, τὸν Πολιτισμό, μὲ μόνη τὴν παρουσία του.



‡1. Ἡ Ἐκκλησία εἶχε τὴν σοφία νὰ τοποθετήση τὸ ευαγγελικὸ αὐτὸ χωρίο στὴν ἀρχὴ τῆς περιόδου μετανοίας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. εἶναι καλὸ ἐδῶ νὰ ἐπισημάνουμε τὶς τρεῖς διαφορετικὲς ἐκδοχὲς νοήματός της, μὲ βάση ὅσα παραπάνω εἴπαμε: 
[α] στὸν κόσμο τοῦ θρησκευτικοῦ πολιτισμοῦ ἡ μετάνοια σχετίζεται μὲ τὴν ἐνοχὴ τοῦ Νόμου, μὲ τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἀταξία στὴν Τάξη·
[β] στὸν ἀνθρωπιστικὸ πολιτισμὸ τῆς ἀλληλοβοήθειας ἡ μετάνοια δηλώνεται μὲ τὸν ἀκτιβισμὸ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης·
[γ] στὴν κατάσταση τῆς ἐδῶ καὶ τώρα μεσσιανικῆς κρίσης τοῦ Κόσμου ἡ μετάνοια εἶναι μιὰ διαρκὴς δοξολογία τοῦ ἀγαπημένου στὸ πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ. (Ἐδῶ ὀφείλω μιὰν ἀπάντηση στοὺς δίκαιους τῶν ἐθνῶν ποὺ σωστὰ λένε ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Ἰησοῦ εἶναι καλὸ καὶ ἅγιο ἀλλὰ δὲν δίνει πολιτικὴ ἀπάντηση στὸ κοινωνικὸ πρόβλημα καθὼς θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν ὅλοι, κι ὄχι ἁπλὰ οἱ πολλοί, γιὰ νὰ ἔχη πραγματικὸ κοινωνικὸ ἀποτέλεσμα, πράγμα βεβαίως ἀδύνατον. ἔχουν βέβαια δίκιο· ἄλλωστε παραπάνω ὑποστηρίξαμε μὲ ἀπόλυτο τρόπο ὅτι ὁ Ἰησοὺς δὲν καλεῖ σὲ ἕναν νέο πολιτισμὸ καὶ ἔχει ἐπίγνωση τῆς κριτικῆς τους. ὅμως πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε μία ἰδιαίτερη διάσταση στὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ: αὐτὸ τὸ ὅλοι στὸν Ἰησοῦ δὲν ἔχει ἀριθμητικὸ νόημα, γιατὶ τὸ ὅλον τῆς ἀνθρωπότητας ὑποστασιοποιεῖται πάντα σὲ κάθε ἕνα ἰδιαίτερο πρόσωπο· ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων...)


2. Γνωρίζω ὅτι οἱ πολλοὶ θὰ ρωτήσουν· καὶ τί εἶναι τοῦτο τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον [25:41] τὸ τῆς αἰωνίου κολάσεως [25:46] ποὺ περιμένει ὅσους δὲν ἀνταποκρίθηκαν στὸ κάλεσμά του.
Κατὰ πρῶτον θέλω νὰ πῶ ὅτι κανεὶς τίμιος μὲ τὸν ἑαυτό του ἄνθρωπος δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ ὑποστηρίξη ὅτι μπορεῖ νὰ γνωρίζη μὲ ἀκρίβεια τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἔκφρασης, ἀφοῦ ὁ ἴδιος αὐτὸς ποὺ τὴν εἶπε δὲν φρόντισε νὰ τὴν διευκρινήση. οὔτε ἐγὼ βέβαια θὰ τολμοῦσα νὰ φανῶ τόσο γελοῖος ὥστε νὰ καταλήξω νὰ περιγράφω πράγματα τῆς φαντασίας μου σὰν αἰώνιες ἀλήθειες. ὅμως ἡ παραπάνω ἑρμηνευτική μου προσέγγιση μοῦ ἐπιτρέπει μιὰν ἀλληγορία: ὁ Ἰησοὺς καλεῖ τοὺς φίλους του σὲ ζωὴ αἰώνιο, ἄρα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀντίθετα ὅσοι δὲν ἀνταποκρίθηκαν στὸ κάλεσμα τῆς φιλίας του θὰ στερηθοῦν αὐτὴν τὴν ζωή, δηλαδὴ θὰ βιώσουν μιὰ νέκρωση αἰώνια. αὐτὴ ὅμως ἤδη ἔχει περιγραφεῖ στὸ κάλεσμα τοῦ νεαροῦ νομικοῦ σὰν ἡ κατάσταση τοῦ Κόσμου καὶ μιᾶς καὶ ὁ λόγος ἀφορᾶ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στάση τῶν ἀκροατῶν του, θὰ μποροῦσαμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὸ τὸ πῦρ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἠθελημένη τους παραμονὴ σὲ αὐτὴν τὴν ἐνθαδικὴ ζωή, ποὺ συχνὰ-πυκνὰ οἱ ἴδιοι καλοῦμε “κόλαση”. (θυμίζω ἐδῶ ὅτι γιὰ τοὺς νεκροὺς δὲν αἰτούμαστε σωτηρία ἀλλὰ ἀνάπαυση αἰώνια. ἀπὸ τί; ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ζωῆς; ἢ ἀπὸ τὴν ἀνιαρὴ κόλαση τοῦ πολιτισμοῦ τῶν νεκρῶν; μόλις χθὲς ἀκούσαμε στὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας,

Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν,

καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων μόνε Δημιουργέ,

ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου·

...τί νὰ σχολιάση κανεὶς ἐδῶ;)

5. μικρὴ συμβολὴ στὴν κριτικὴ κατανόηση τῆς βάπτισης

Ἡ θεοφάνια στὸν ἀρχαῖο κόσμο ἦταν ἕνα γεγονὸς συνδεδεμένο μὲ μιὰν ἀποκάλυψη τῆς ἀπόλυτης ἰσχύος τοῦ θείου καὶ τῆς κυριαρχίας του πάνω στὴν ἱστορία. (πράγμα ποὺ ἐρχόταν συνήθως νὰ δικαιώση τὴν κοσμικὴ κυριαρχία τῆς ἐνθαδικῆς ἐξουσίας, σὰν ἐντολοδόχου, ἢ καὶ φορέα, τῆς ὑπερβατικῆς.) ἡ θεοφάνια ὅμως ποὺ λαμβάνει χώρα στὴν βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῶν εὐαγγελίων, ἔχει σημαντικὲς ἰδιοτυπίες, ποὺ ἀναδείχνουν τὸν ἀπόλυτα ἀντικυριαρχικὸ χαρακτήρα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Ιησοῦ.

Τὸ περιστατικὸ τῆς βάπτισης περιγράφεται ἀπὸ τοὺς τρεῖς "Συνοπτικοὺς" Εὐαγγελιστὲς [Μθ.3:13-7, Μκ.1:9-11 & Λκ.3:21-2] μὲ σχεδὸν πανομοιότυπο τρόπο: ὁ Ἰησοὺς προσέρχεται νὰ βαπτισθῆ καὶ μετὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸ νερὸ ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ μορφὴ περιστεριοῦ κατεβαίνει καὶ στέκεται πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του, ἐνῶ ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα νὰ τὸν ἀναγνωρίζη σὰν τὸν ἀγαπημένο του υἱὸ, αὐτὸν ποὺ συγκεφαλαιώνει τὴν βούλησή του (εὐδοκία). ἡ αἴσθηση ποὺ ἀποκομίζει κανεὶς καὶ στὰ τρία αὐτὰ μικρὰ κείμενα εἶναι ὅτι ἡ θεοφάνια αὐτὴ ἀφορᾶ σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὰ τρία θεῖα πρόσωπα. δὲν φαίνεται νὰ ἔχουμε μπροστά μας μιὰ δημόσια φανέρωση-ἀποκάλυψη τῶν θείων προσώπων στὸν λαό, ποὺ σίγουρα ἦταν πολὺς σὲ ἐκεῖνες τὶς μαζικὲς βαπτίσεις τοῦ Ἰωάννη. πιὸ συγκεκριμένα:
(α) Ὁ Μάρκος [στ.11] καὶ ὁ Λουκὰς [στ.22] παρουσιάζουν τὸν Πατέρα νὰ ἀπευθύνεται προσωπικὰ στὸν Ἰησοὺ (Σὺ εἶ..., ἐν σοὶ...) καὶ ὄχι σὲ τρίτο πρόσωπο, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ στὴν περίπτωση μιᾶς δημόσιας ἀπόδειξής του. εἶναι μιὰ κίνηση τρυφερή, μιὰ κίνηση ἀγάπης καὶ ὑποστήριξης γιὰ ὅσα θὰ ἔρθουν καὶ ὄχι μιὰ κίνηση δημόσιας καταξίωσης καὶ ἐπίδειξης ἰσχύος.
(β) Ἀκόμη καὶ ὁ Ματθαῖος [στ.17] ποὺ χρησιμοποιεῖ τρίτο πρόσωπο (Οὗτός ἐστιν..., ἐν ᾧ...) ἔχει οὐσιαστικὰ ἀποκλείσει τὴν δυνατότητα τῶν παρευρισκομένων νὰ γίνουν κοινωνοὶ τῆς πατρικῆς ἀποκάλυψης ἤδη ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ περιστατικοῦ [στ.16] (ἠνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδεν πνεῦμα θεοῦ...), ὅπου σαφῶς μαρτυρεῖ, σὲ συμφωνία μὲ τὸν Μάρκο [στ.10], ὅτι τὸ ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν (ἡ ἀποκάλυψη τοῦ κρυμμένου θεοῦ, μ' ἄλλα λόγια) ἦταν μιὰ προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ Ἰησοῦ καὶ ὄχι δημόσια.
(γ) Ὅμως τὸ πιὸ ἐνδεικτικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης μοναξιᾶς τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς ἀντικυριαρχικῆς ἀποστολῆς του εἶναι ὅσα ἀκολουθοῦν τὴν βάπτισή του καὶ τὴν συνακόλουθή της θεοφάνια. ὄχι μόνο δὲν γίνεται ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸν λαὸ ποὺ παρίσταται σὰν Χριστός, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα ποὺ ἦρθε καὶ τὸν στεφάνωσε τὸν τραβᾶ σχεδὸν βίαια στὴν ἔρημο (ὁ Ματθαῖος λέει ἀνήχθη [4:1] καὶ ὁ Μάρκος ἐκβάλλει [1:12]), ὅπου θὰ ἀντιμετωπίση καὶ θὰ ἀποκρούση τὸν πειρασμὸ τῆς κυριαρχίας [Μθ.4:8-10, Λκ.4:5-8].

Στὸ τέταρτο εὐαγγέλιο [Ιω.1:30-34], μιὰ πρώτη, ἐπιπόλαιη, ἀνάγνωση φαίνεται νὰ ἀντιστρέφει τελείως τὰ περιστατικά: ἡ βάπτιση δὲν ἀναφέρεται κἄν· ἡ θεοφάνια (μόνον τοῦ Πνεύματος) γίνεται ἀντιληπτὴ καὶ μαρτυρεῖται δημόσια ἀπὸ τὸν Πρόδρομο [στ.32]· μετὰ τὰ περιστατικὰ ὁ Ἰησοῦς δὲν καταφεύγει στὴν ἔρημο, ἀλλὰ συγκροτεῖ τὴν πρώτη ὁμάδα μαθητῶν, ποὺ δεχτήκαν τὴν μαρτυρία τοῦ Προδρόμου, καὶ ξεκινᾶ τὴν ἀποστολή του [στ.35-51]. τὰ πάντα σχεδὸν ἀνεστραμένα καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν μόνο συγγραφέα ποὺ φαίνεται νὰ ἦταν αὐτόπτης μάρτυρας τῶν περιστατικῶν (!). εἶναι ὅμως ἔτσι; ἢ ὁ Ἰωάννης μᾶς δίνει μιὰν ἄλλη ἐκδοχὴ τοῦ ἴδιου μηνύματος; ἂς τὸ δοῦμε λίγο συνοπτικά:
(α) Ἡ προφητικὴ μαρτυρία τῆς θεοφάνιας ἀπὸ τὸν Πρόδρομο εἶναι τὸ ἀναγκαῖο νῆμα τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν λαό του. γιατί, ἂν καὶ ἡ παρουσία του εἶναι ἀντικυριαρχική, δὲν εἶναι καὶ ὑπεροπτική: παραμένει ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ Πατέρα πρὸς τοῦς ἀνθρώπους [Λκ.2:14].
(β) Ἂν καὶ ὁ Πρόδρομος δημόσια μαρτυρεῖ τὴν θεοφάνια, δὲν φαίνεται ἀπὸ τὰ πράγματα αὐτὸ νὰ συγκίνησε καὶ πολὺ τὰ πλήθη [στ.29-34]. ἀντίθετα, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναλάβη τὴν μαρτυρία του καὶ μιὰν ἄλλη μέρα ὥστε μόλις δύο ἀπὸ τοὺς παρισταμένους ἀκροατές του νὰ μποῦνε στὸν κόπο νὰ ἐρευνήσουν περισσότερο γιὰ αὐτὸν [στ.35-9].
(γ) Τὸ ὅτι ὁ Ἰωάννης παρουσιάζει τὴν συγκρότηση τῆς ὁμάδας τῶν μαθητῶν ἀμέσως μετὰ τὰ περιστατικὰ καὶ δὲν ἀναφέρει τὴν φυγὴ στὴν ἔρημο ἔχει μλλον νὰ κάνη μὲ τὴν δική του προσωπικὴ μαρτυρία σὰν πρώτου μαθητῆ καὶ εἶναι μλλον τεχνικὸ ζήτημα ἀφήγησης, ἀφοῦ μὲ τὴν σταθερὴ ἐπανάληψη τῆς ἔκφρασης τῇ ἐπαύριον εἰσάγει περιστατικὰ ποὺ εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατο νὰ συμβοῦν στὸ διάστημα ἕνὸς εἰκοσιτετραώρου.
(δ) Ὅμως τὸ πιὸ σημαντικὸ γιὰ τὸ μήνυμα τῆς θεοφάνιας εἶναι ὁ τρόπος τῆς μαρτυρίας της ἀπὸ τὸν Πρόδρομο. ὁ προφήτης μὲ τὸ ποὺ γίνεται μάρτυρας της ὁμολογεῖ δημόσια τὸν Ἰησοῦ σὰν τὸν ἀμνὸ τοῦ θεοῦ [στ.29&36]. ἡ ἔκφραση αὐτὴ τοῦ Ἠσαΐα [Ησ.53:7], ἡ τόσο σημαντικὴ στὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀποστολῆς τοῦ Χριστοῦ, δὲν ὑπάρχει πουθενὰ (!) ἀλλοῦ στὰ τέσσερα εὐαγγέλια. (στὴν Καινὴ Διαθήκη ἐμφανίζεται μόνο ἄλλες δύο φορές: στὶς Πράξεις [8:32], ὅπου συνδέεται μὲ τὴν βάπτιση τοῦ πρώτου ἀλλοφύλου, καὶ στὴν Α'Πέτρου [1:19], ὅπου συνδέεται μὲ τὴν ἔκκληση τοῦ ἀποστόλου πρὸς τὴν ἐκκλησία νὰ μὴν ξεχάση τὴν μεσσιανική της κλήση.) ὁ τίτλος αὐτός, ὄχι μόνο ὑποκαθιστᾶ στὸ κείμενο τὸ περιστατικὸ τῆς φυγῆς στὴν ἔρημο καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ πειρασμοῦ τῆς κυριαρχίας, ἀλλὰ δίνει μὲ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἔνταση τὸν ἀντικυριαρχικὸ χαρακτήρα τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἰησοῦ. (ἐδῶ θέλω νὰ τονίσω τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πρτοι μαθητὲς ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκούσανε τὸν Πρόδρομο νὰ τὸν ἀποκαλεῖ ἀμνὸ τοῦ θεοῦ, καὶ ὄχι κάποιοι ποὺ ἔγιναν μάρτυρες τῆς δόξας του.)

Κλείνοντας θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ξανὰ καὶ ξανά, ἡ θεοφάνια ποὺ μνημονεύουμε σήμερα εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲν λαμβάνει χώρα ἐν ἰσχυΐ, ἀλλὰ ἐν πληγῇ, ἐν κακώσει, ἐν μώλωπι [Ησ.53:3-8]· ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲν φανερώνεται δημόσια στὴν ἀγορὰ τῶν μαζικῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἐλπίδων, ἀλλὰ στὴν βαθειὰ καρδιὰ τῶν ταπεινῶν· ἕνα γεγονός, τέλος ποὺ δὲν συγκροτεῖ δομὲς κυριαρχίας, ἀλλὰ σχέσεις ἐλευθερίας καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης.
                                                                                                             (6.1.2013)